Η νέα στρατηγική του Ιράν δεν στοχεύει απλώς σε συμβολική αντίδραση, αλλά σε απτές απώλειες για τις αμερικανικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή
Η ένταση ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσινγκτον εισέρχεται σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση.
Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν πλέον ανοιχτά ότι, σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης, η απάντηση δεν θα είναι «μετρημένη» όπως στο παρελθόν, αλλά κλιμακούμενη και με στόχο την επιβολή ουσιαστικού κόστους στις αμερικανικές δυνάμεις και υποδομές στην περιοχή.
Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν, Abdolrahim Mousavi, δήλωσε ότι η μέχρι πρότινος στρατηγική της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν η αποτροπή γενικευμένης σύγκρουσης.
«Η στρατηγική μας ήταν να αποφεύγουμε την κλιμάκωση», ανέφερε, προσθέτοντας όμως πως «η συμπεριφορά των ΗΠΑ μας ανάγκασε να αλλάξουμε προσέγγιση».
Το μήνυμα ήταν σαφές: αν η Ουάσινγκτον «κάνει λάθος», η απάντηση θα είναι βαριά και αιματηρή.

Αναθεώρηση στρατιωτικού δόγματος
Σύμφωνα με πηγή του ιρανικού καθεστώτος που μίλησε στους Financial Times, η Τεχεράνη έχει ήδη αναπροσαρμόσει το στρατιωτικό της δόγμα απέναντι στις ΗΠΑ.
Η νέα στρατηγική δεν στοχεύει απλώς σε συμβολική αντίδραση, αλλά σε απτές απώλειες για τις αμερικανικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή.
Η ίδια πηγή τόνισε ότι το Ιράν δεν επιδιώκει πόλεμο και ελπίζει πως οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στη Γενεύη θα ανοίξουν τον δρόμο για νέα πυρηνική συμφωνία.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η χώρα «θα προτιμούσε να πολεμήσει παρά να συνθηκολογήσει» με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump.
Σε αντίθεση με προηγούμενες αντιδράσεις — όπως οι προαναγγελθείσες πυραυλικές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ το 2020 και στο Κατάρ πέρυσι — η Τεχεράνη αφήνει να εννοηθεί ότι αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει «πολεμικό παιχνίδι» περιορισμένης έντασης.
Πιθανοί στόχοι θα μπορούσαν να είναι αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο, πολεμικά πλοία και ακόμη και η κρίσιμη θαλάσσια οδός των Στενών του Hormuz.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmail Baghaei ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως περιορισμένη επίθεση» και ότι η απάντηση θα είναι «σφοδρή».

Η στρατιωτική ανισορροπία και τα όρια της αποτροπής
Παρά τις ρητορικές απειλές, αναλυτές εκτός Ιράν επισημαίνουν τη σαφή στρατιωτική ανισορροπία.
Οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει τη μεγαλύτερη στρατιωτική τους δύναμη στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, ενώ η πρόσφατη 12ήμερη σύγκρουση του Ιράν με το Ισραήλ ανέδειξε τα τρωτά σημεία της ιρανικής άμυνας.
Αμερικανικά μαχητικά και δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς θα μπορούσαν, σύμφωνα με ειδικούς, να πλήξουν καίρια στρατιωτική και οικονομική υποδομή της χώρας μέσα σε λίγες ημέρες.
Ωστόσο, η Τεχεράνη εκτιμά ότι διαθέτει ασύμμετρα εργαλεία που μπορούν να εξισορροπήσουν την τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων της.
Η μαζική χρήση βαλλιστικών πυραύλων και drones αποτελεί τον βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Ιουνίου με το Ισραήλ, εκατοντάδες ιρανικά βλήματα εκτοξεύθηκαν, με δεκάδες να διαπερνούν τα αντιαεροπορικά συστήματα.
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι ότι ακόμη και αν δεν υπερέχει συμβατικά, μπορεί να επιβάλει σημαντικό κόστος.

Ο ρόλος των Στενών του Hormuz
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz — μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως, από όπου διέρχεται μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν ήδη πραγματοποιήσει ασκήσεις με προσωρινό κλείσιμο τμημάτων της περιοχή.
Η πρώην σύμβουλος πληροφοριών του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου Lynette Nusbacher προειδοποίησε ότι οι ιρανικές απειλές πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά. «Το ιρανικό σύστημα εθνικής ασφάλειας είναι επικίνδυνο, αλλά δεν είναι παράλογο», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η Τεχεράνη λειτουργεί με υπολογισμό και στρατηγική στόχευση.

Η σκιά του Soleimani και η αλλαγή στάσης
Η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Qassem Soleimani από τις ΗΠΑ το 2020 αποτέλεσε σημείο καμπής.
Τότε, η ιρανική απάντηση — πυραυλική επίθεση σε βάση στο Ιράκ — είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να μην προκαλέσει αμερικανικές απώλειες.
Σήμερα, ωστόσο, στελέχη προσκείμενα στο καθεστώς υποστηρίζουν ότι αυτή η «μετρημένη» στάση ερμηνεύθηκε ως αδυναμία.
Ο Hamzeh Safavi, γιος ανώτατου στρατιωτικού συμβούλου του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei, δήλωσε ότι το Ιράν «θα επιδιώξει αυτή τη φορά να επιβάλει κόστος» και δεν θα διαφοροποιεί πλέον μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η δήλωση αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι η Τεχεράνη θεωρεί πλέον Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ ως ενιαίο στρατηγικό μέτωπο.

Διπλωματία ή σύγκρουση;
Ο Trump από την πλευρά του, κατηγορεί το Ιράν για «σκοτεινές φιλοδοξίες» και επιμένει ότι η Τεχεράνη πρέπει να δηλώσει ρητά πως δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.
Η ιρανική ηγεσία επιμένει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και ότι έχει δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου βάσει της Συνθήκης Μη Διάδοσης.
Η αμοιβαία καχυποψία και οι κόκκινες γραμμές και των δύο πλευρών καθιστούν το περιβάλλον εξαιρετικά εύθραυστο.
Από τη μία, η Ουάσινγκτον επιδεικνύει στρατιωτική ισχύ και αποτρεπτική αποφασιστικότητα.
Από την άλλη, η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν θα επαναλάβει τη στρατηγική «ελεγχόμενης αντίδρασης».

Ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι
Το σημερινό σκηνικό θυμίζει έντονα προηγούμενες περιόδους κρίσης, αλλά με μία ουσιώδη διαφορά: η ρητορική της ιρανικής ηγεσίας είναι πιο επιθετική και λιγότερο διατεθειμένη να περιορίσει την κλιμάκωση.
Αν οι συνομιλίες αποτύχουν και υπάρξει στρατιωτικό πλήγμα, η αλυσίδα αντιποίνων μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Σε μια περιοχή ήδη επιβαρυμένη από πολλαπλά μέτωπα και εύθραυστες ισορροπίες, μια ανοιχτή σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν θα είχε επιπτώσεις όχι μόνο στρατιωτικές, αλλά και ενεργειακές, οικονομικές και γεωπολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει ένταση — αυτή είναι δεδομένη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι δύο πλευρές θα επιλέξουν τον δρόμο της διαπραγμάτευσης ή αν θα δοκιμάσουν τα όρια της αποτροπής, με ρίσκο μια σύγκρουση που δύσκολα θα παραμείνει περιορισμένη.

Ρητορική «δύο δρόμων» από Trump
Στην ομιλία του για την κατάσταση του Έθνους στις 24/2/2026, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump προειδοποίησε ανοιχτά για ενδεχόμενο βομβαρδισμό του Ιράν, αφήνοντας ωστόσο ένα περιθώριο για διπλωματική αποσυμφόρηση, υπό τον όρο ότι η Τεχεράνη θα δεσμευτεί να μην αναπτύξει ποτέ πυρηνικά όπλα.
«Έχουν προειδοποιηθεί να μην κάνουν καμία μελλοντική προσπάθεια να ξαναχτίσουν το πρόγραμμα όπλων τους, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών», είπε ο Trump, ενώ τόνισε ότι προτιμά να «λύσει το πρόβλημα μέσω της διπλωματίας», δεσμευόμενος παράλληλα να «μην επιτρέψει ποτέ στον κύριο χορηγό τρομοκρατίας στον κόσμο… να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Η ομιλία έδωσε περιορισμένες ενδείξεις για το στρατηγικό σκεπτικό του προέδρου σχετικά με τον πόλεμο, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να συγκεντρώνουν δυνάμεις στη Μέση Ανατολή σε ρυθμούς που δεν έχουν παρατηρηθεί από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η στρατηγική του Trump φαίνεται να βασίζεται στη λογική της περιορισμένης αεροπορικής πίεσης ως εργαλείου εξαναγκασμού, επαναλαμβάνοντας κατηγορίες για την Τεχεράνη, όπως η καταστολή διαδηλωτών με περισσότερους από 30.000 νεκρούς και η ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων που «θα φτάνουν σύντομα στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Αυτή η ρητορική «δύο δρόμων» — απειλή πολέμου και αγώνας δρόμου για διπλωματική λύση — μπορεί να μοιάζει ευέλικτη στρατηγικά, όμως κρύβει έναν σημαντικό κίνδυνο: δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να μεταβούν από την ειρήνη στον πόλεμο με μία πολύ μικρή αλλαγή στις περιστάσεις ή στην «ερμηνεία» των ενεργειών του Ιράν.
Επιπλέον, τα υποσχόμενα οφέλη του στρατιωτικού βήματος — «μεγάλη νίκη», «πλήρης καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος», «εξάλειψη της απειλής» — δεν συνοδεύονται από σαφή στρατηγικά σχέδια για το τι θα ακολουθήσει μετά.

Πολιτική που επικεντρώνεται στην απειλή
Η πείρα από προηγούμενους πολέμους δείχνει ότι η στρατιωτική επέμβαση συχνά οδηγεί σε παρατεταμένη αστάθεια, απώλειες και απρόβλεπτες συνέπειες — κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από πολλές διεθνείς συγκρούσεις τα τελευταία χρόνια.
Αυτή η ρητορική κλιμάκωσης δείχνει ότι ακόμα και αν το Ιράν δεν επιδιώκει πυρηνικό οπλοστάσιο, οι αντιδράσεις και οι επιπτώσεις μίας στρατιωτικής επίθεσης θα μπορούσαν να εξαπλωθούν πέρα από τα στενά όρια της διένεξης, επηρεάζοντας ολόκληρη την περιοχή και πυροδοτώντας μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από την Ουάσιγκτον είναι διττό: η Ουάσιγκτον λέει ότι θέλει διπλωματική λύση, αλλά ταυτόχρονα συγκεντρώνει στρατιωτική ισχύ και διατυπώνει απειλές πολέμου.
Αυτή η στρατηγική, πέραν από τα πολιτικά παιχνίδια και την εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη διεθνή τάξη και το διεθνές δίκαιο.
Όταν μια υπερδύναμη, με τεράστια στρατιωτική ικανότητα, επιλέγει να επαναλαμβάνει απειλές για στρατιωτική δράση χωρίς ξεκάθαρη και νόμιμη βάση, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η πτώση στην εμπιστοσύνη των άλλων κρατών, αλλά και η ενίσχυση της αβεβαιότητας και της αστάθειας στις διεθνείς σχέσεις.

Αεροπορική ισχύς - Δυνατό όπλο, περιορισμένη πολιτική επίδραση
Εν τω μεταξύ η τρέχουσα συγκέντρωση αμερικανικών αεροναυτικών δυνάμεων στην περιοχή γύρω από το Ιράν, συνοδευόμενη από δημόσιες προειδοποιήσεις, θυμίζει έντονα την «διπλωματία των κανονιοφόρων» του 21ου αιώνα: η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται όχι μόνο για αποτροπή, αλλά και ως εργαλείο πίεσης για την υπογραφή συμφωνιών.
Ο Trump έχει συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμένων αεροπορικών επιδρομών ή ευρύτερων επιθέσεων σε «εγκαταστάσεις του καθεστώτος», ακόμη και στρατηγικών στόχων όπως ο ανώτατος ηγέτης Ayatollah Khamenei και ο γιος του, Mojtaba.

Ωστόσο, η υπόθεση ότι η αεροπορική ισχύς μπορεί να εξαναγκάσει ένα κράτος όπως το Ιράν να υποκύψει ή να καταρρεύσει είναι εξαιρετικά προβληματική.
Το σκεπτικό του Trump βασίζεται σε μια γνώριμη, αλλά λανθασμένη, στρατηγική προσέγγιση: ότι οι επιδρομές από τον αέρα μπορούν να αποδυναμώσουν πολιτικά έναν αντίπαλο.
Αυτό το σφάλμα έχει επαναληφθεί επανειλημμένα στην ιστορία, από τις αεροπορικές επιχειρήσεις του Ιταλού στρατηγού και θιασώτη των αεροπορικών βομβαρδισμών Giulio Douhet στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι την εκστρατεία Operation Rolling Thunder στο Βιετνάμ (1965–1968).
Στην περίπτωση του Βιετνάμ, οι συνεχείς βομβαρδισμοί δεν ανάγκασαν το Βόρειο Βιετνάμ να υποχωρήσει, αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τη στρατηγική προσαρμογή της.
Ομοίως, κατά τον Πόλεμο στον Κόλπο το 1991, οι αεροπορικές επιθέσεις δεν ήταν αποφασιστικές χωρίς τη χερσαία εισβολή.
Πιο πρόσφατα, η ρωσική εκστρατεία αεροπορικών και πυραυλικών επιθέσεων στην Ουκρανία απέδειξε ότι η καταστροφή υποδομών και στρατιωτικών στόχων, χωρίς την απειλή ελέγχου εδάφους, σπάνια οδηγεί σε υποταγή.
Όπως λένε στρατιωτικοί αναλυτές, απευθυνόμενοι στις ΗΠΑ: οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και τα πυραυλικά χτυπήματα σπέρνουν φωτιά αλλά δεν φέρνουν νίκη.
www.bankingnews.gr
Ιρανοί αξιωματούχοι προειδοποιούν πλέον ανοιχτά ότι, σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης, η απάντηση δεν θα είναι «μετρημένη» όπως στο παρελθόν, αλλά κλιμακούμενη και με στόχο την επιβολή ουσιαστικού κόστους στις αμερικανικές δυνάμεις και υποδομές στην περιοχή.
Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων του Ιράν, Abdolrahim Mousavi, δήλωσε ότι η μέχρι πρότινος στρατηγική της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν η αποτροπή γενικευμένης σύγκρουσης.
«Η στρατηγική μας ήταν να αποφεύγουμε την κλιμάκωση», ανέφερε, προσθέτοντας όμως πως «η συμπεριφορά των ΗΠΑ μας ανάγκασε να αλλάξουμε προσέγγιση».
Το μήνυμα ήταν σαφές: αν η Ουάσινγκτον «κάνει λάθος», η απάντηση θα είναι βαριά και αιματηρή.

Αναθεώρηση στρατιωτικού δόγματος
Σύμφωνα με πηγή του ιρανικού καθεστώτος που μίλησε στους Financial Times, η Τεχεράνη έχει ήδη αναπροσαρμόσει το στρατιωτικό της δόγμα απέναντι στις ΗΠΑ.
Η νέα στρατηγική δεν στοχεύει απλώς σε συμβολική αντίδραση, αλλά σε απτές απώλειες για τις αμερικανικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή.
Η ίδια πηγή τόνισε ότι το Ιράν δεν επιδιώκει πόλεμο και ελπίζει πως οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στη Γενεύη θα ανοίξουν τον δρόμο για νέα πυρηνική συμφωνία.
Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η χώρα «θα προτιμούσε να πολεμήσει παρά να συνθηκολογήσει» με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump.
Σε αντίθεση με προηγούμενες αντιδράσεις — όπως οι προαναγγελθείσες πυραυλικές επιθέσεις σε αμερικανικές βάσεις στο Ιράκ το 2020 και στο Κατάρ πέρυσι — η Τεχεράνη αφήνει να εννοηθεί ότι αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει «πολεμικό παιχνίδι» περιορισμένης έντασης.
Πιθανοί στόχοι θα μπορούσαν να είναι αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο, πολεμικά πλοία και ακόμη και η κρίσιμη θαλάσσια οδός των Στενών του Hormuz.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών Esmail Baghaei ξεκαθάρισε ότι «δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως περιορισμένη επίθεση» και ότι η απάντηση θα είναι «σφοδρή».

Η στρατιωτική ανισορροπία και τα όρια της αποτροπής
Παρά τις ρητορικές απειλές, αναλυτές εκτός Ιράν επισημαίνουν τη σαφή στρατιωτική ανισορροπία.
Οι ΗΠΑ έχουν αναπτύξει τη μεγαλύτερη στρατιωτική τους δύναμη στη Μέση Ανατολή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, ενώ η πρόσφατη 12ήμερη σύγκρουση του Ιράν με το Ισραήλ ανέδειξε τα τρωτά σημεία της ιρανικής άμυνας.
Αμερικανικά μαχητικά και δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς θα μπορούσαν, σύμφωνα με ειδικούς, να πλήξουν καίρια στρατιωτική και οικονομική υποδομή της χώρας μέσα σε λίγες ημέρες.
Ωστόσο, η Τεχεράνη εκτιμά ότι διαθέτει ασύμμετρα εργαλεία που μπορούν να εξισορροπήσουν την τεχνολογική υπεροχή των αντιπάλων της.
Η μαζική χρήση βαλλιστικών πυραύλων και drones αποτελεί τον βασικό πυλώνα αυτής της στρατηγικής.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του Ιουνίου με το Ισραήλ, εκατοντάδες ιρανικά βλήματα εκτοξεύθηκαν, με δεκάδες να διαπερνούν τα αντιαεροπορικά συστήματα.
Το μήνυμα της Τεχεράνης είναι ότι ακόμη και αν δεν υπερέχει συμβατικά, μπορεί να επιβάλει σημαντικό κόστος.

Ο ρόλος των Στενών του Hormuz
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Hormuz — μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως, από όπου διέρχεται μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
Οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν ήδη πραγματοποιήσει ασκήσεις με προσωρινό κλείσιμο τμημάτων της περιοχή.
Η πρώην σύμβουλος πληροφοριών του βρετανικού υπουργικού συμβουλίου Lynette Nusbacher προειδοποίησε ότι οι ιρανικές απειλές πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά. «Το ιρανικό σύστημα εθνικής ασφάλειας είναι επικίνδυνο, αλλά δεν είναι παράλογο», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η Τεχεράνη λειτουργεί με υπολογισμό και στρατηγική στόχευση.

Η σκιά του Soleimani και η αλλαγή στάσης
Η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Qassem Soleimani από τις ΗΠΑ το 2020 αποτέλεσε σημείο καμπής.
Τότε, η ιρανική απάντηση — πυραυλική επίθεση σε βάση στο Ιράκ — είχε προσεκτικά σχεδιαστεί ώστε να μην προκαλέσει αμερικανικές απώλειες.
Σήμερα, ωστόσο, στελέχη προσκείμενα στο καθεστώς υποστηρίζουν ότι αυτή η «μετρημένη» στάση ερμηνεύθηκε ως αδυναμία.
Ο Hamzeh Safavi, γιος ανώτατου στρατιωτικού συμβούλου του ανώτατου ηγέτη Ali Khamenei, δήλωσε ότι το Ιράν «θα επιδιώξει αυτή τη φορά να επιβάλει κόστος» και δεν θα διαφοροποιεί πλέον μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η δήλωση αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι η Τεχεράνη θεωρεί πλέον Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ ως ενιαίο στρατηγικό μέτωπο.

Διπλωματία ή σύγκρουση;
Ο Trump από την πλευρά του, κατηγορεί το Ιράν για «σκοτεινές φιλοδοξίες» και επιμένει ότι η Τεχεράνη πρέπει να δηλώσει ρητά πως δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο.
Η ιρανική ηγεσία επιμένει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα και ότι έχει δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου βάσει της Συνθήκης Μη Διάδοσης.
Η αμοιβαία καχυποψία και οι κόκκινες γραμμές και των δύο πλευρών καθιστούν το περιβάλλον εξαιρετικά εύθραυστο.
Από τη μία, η Ουάσινγκτον επιδεικνύει στρατιωτική ισχύ και αποτρεπτική αποφασιστικότητα.
Από την άλλη, η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν θα επαναλάβει τη στρατηγική «ελεγχόμενης αντίδρασης».

Ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι
Το σημερινό σκηνικό θυμίζει έντονα προηγούμενες περιόδους κρίσης, αλλά με μία ουσιώδη διαφορά: η ρητορική της ιρανικής ηγεσίας είναι πιο επιθετική και λιγότερο διατεθειμένη να περιορίσει την κλιμάκωση.
Αν οι συνομιλίες αποτύχουν και υπάρξει στρατιωτικό πλήγμα, η αλυσίδα αντιποίνων μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.
Σε μια περιοχή ήδη επιβαρυμένη από πολλαπλά μέτωπα και εύθραυστες ισορροπίες, μια ανοιχτή σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν θα είχε επιπτώσεις όχι μόνο στρατιωτικές, αλλά και ενεργειακές, οικονομικές και γεωπολιτικές σε παγκόσμιο επίπεδο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει ένταση — αυτή είναι δεδομένη.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν οι δύο πλευρές θα επιλέξουν τον δρόμο της διαπραγμάτευσης ή αν θα δοκιμάσουν τα όρια της αποτροπής, με ρίσκο μια σύγκρουση που δύσκολα θα παραμείνει περιορισμένη.

Ρητορική «δύο δρόμων» από Trump
Στην ομιλία του για την κατάσταση του Έθνους στις 24/2/2026, ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump προειδοποίησε ανοιχτά για ενδεχόμενο βομβαρδισμό του Ιράν, αφήνοντας ωστόσο ένα περιθώριο για διπλωματική αποσυμφόρηση, υπό τον όρο ότι η Τεχεράνη θα δεσμευτεί να μην αναπτύξει ποτέ πυρηνικά όπλα.
«Έχουν προειδοποιηθεί να μην κάνουν καμία μελλοντική προσπάθεια να ξαναχτίσουν το πρόγραμμα όπλων τους, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών», είπε ο Trump, ενώ τόνισε ότι προτιμά να «λύσει το πρόβλημα μέσω της διπλωματίας», δεσμευόμενος παράλληλα να «μην επιτρέψει ποτέ στον κύριο χορηγό τρομοκρατίας στον κόσμο… να αποκτήσει πυρηνικό όπλο».
Η ομιλία έδωσε περιορισμένες ενδείξεις για το στρατηγικό σκεπτικό του προέδρου σχετικά με τον πόλεμο, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να συγκεντρώνουν δυνάμεις στη Μέση Ανατολή σε ρυθμούς που δεν έχουν παρατηρηθεί από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Η στρατηγική του Trump φαίνεται να βασίζεται στη λογική της περιορισμένης αεροπορικής πίεσης ως εργαλείου εξαναγκασμού, επαναλαμβάνοντας κατηγορίες για την Τεχεράνη, όπως η καταστολή διαδηλωτών με περισσότερους από 30.000 νεκρούς και η ανάπτυξη βαλλιστικών πυραύλων που «θα φτάνουν σύντομα στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Αυτή η ρητορική «δύο δρόμων» — απειλή πολέμου και αγώνας δρόμου για διπλωματική λύση — μπορεί να μοιάζει ευέλικτη στρατηγικά, όμως κρύβει έναν σημαντικό κίνδυνο: δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δυνατότητα να μεταβούν από την ειρήνη στον πόλεμο με μία πολύ μικρή αλλαγή στις περιστάσεις ή στην «ερμηνεία» των ενεργειών του Ιράν.
Επιπλέον, τα υποσχόμενα οφέλη του στρατιωτικού βήματος — «μεγάλη νίκη», «πλήρης καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος», «εξάλειψη της απειλής» — δεν συνοδεύονται από σαφή στρατηγικά σχέδια για το τι θα ακολουθήσει μετά.

Πολιτική που επικεντρώνεται στην απειλή
Η πείρα από προηγούμενους πολέμους δείχνει ότι η στρατιωτική επέμβαση συχνά οδηγεί σε παρατεταμένη αστάθεια, απώλειες και απρόβλεπτες συνέπειες — κάτι που έχει επιβεβαιωθεί από πολλές διεθνείς συγκρούσεις τα τελευταία χρόνια.
Αυτή η ρητορική κλιμάκωσης δείχνει ότι ακόμα και αν το Ιράν δεν επιδιώκει πυρηνικό οπλοστάσιο, οι αντιδράσεις και οι επιπτώσεις μίας στρατιωτικής επίθεσης θα μπορούσαν να εξαπλωθούν πέρα από τα στενά όρια της διένεξης, επηρεάζοντας ολόκληρη την περιοχή και πυροδοτώντας μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Το μήνυμα που εκπέμπεται από την Ουάσιγκτον είναι διττό: η Ουάσιγκτον λέει ότι θέλει διπλωματική λύση, αλλά ταυτόχρονα συγκεντρώνει στρατιωτική ισχύ και διατυπώνει απειλές πολέμου.
Αυτή η στρατηγική, πέραν από τα πολιτικά παιχνίδια και την εσωτερική πολιτική σκοπιμότητα, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τη διεθνή τάξη και το διεθνές δίκαιο.
Όταν μια υπερδύναμη, με τεράστια στρατιωτική ικανότητα, επιλέγει να επαναλαμβάνει απειλές για στρατιωτική δράση χωρίς ξεκάθαρη και νόμιμη βάση, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η πτώση στην εμπιστοσύνη των άλλων κρατών, αλλά και η ενίσχυση της αβεβαιότητας και της αστάθειας στις διεθνείς σχέσεις.

Αεροπορική ισχύς - Δυνατό όπλο, περιορισμένη πολιτική επίδραση
Εν τω μεταξύ η τρέχουσα συγκέντρωση αμερικανικών αεροναυτικών δυνάμεων στην περιοχή γύρω από το Ιράν, συνοδευόμενη από δημόσιες προειδοποιήσεις, θυμίζει έντονα την «διπλωματία των κανονιοφόρων» του 21ου αιώνα: η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται όχι μόνο για αποτροπή, αλλά και ως εργαλείο πίεσης για την υπογραφή συμφωνιών.
Ο Trump έχει συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο περιορισμένων αεροπορικών επιδρομών ή ευρύτερων επιθέσεων σε «εγκαταστάσεις του καθεστώτος», ακόμη και στρατηγικών στόχων όπως ο ανώτατος ηγέτης Ayatollah Khamenei και ο γιος του, Mojtaba.

Ωστόσο, η υπόθεση ότι η αεροπορική ισχύς μπορεί να εξαναγκάσει ένα κράτος όπως το Ιράν να υποκύψει ή να καταρρεύσει είναι εξαιρετικά προβληματική.
Το σκεπτικό του Trump βασίζεται σε μια γνώριμη, αλλά λανθασμένη, στρατηγική προσέγγιση: ότι οι επιδρομές από τον αέρα μπορούν να αποδυναμώσουν πολιτικά έναν αντίπαλο.
Αυτό το σφάλμα έχει επαναληφθεί επανειλημμένα στην ιστορία, από τις αεροπορικές επιχειρήσεις του Ιταλού στρατηγού και θιασώτη των αεροπορικών βομβαρδισμών Giulio Douhet στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι την εκστρατεία Operation Rolling Thunder στο Βιετνάμ (1965–1968).
Στην περίπτωση του Βιετνάμ, οι συνεχείς βομβαρδισμοί δεν ανάγκασαν το Βόρειο Βιετνάμ να υποχωρήσει, αλλά αντίθετα ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τη στρατηγική προσαρμογή της.
Ομοίως, κατά τον Πόλεμο στον Κόλπο το 1991, οι αεροπορικές επιθέσεις δεν ήταν αποφασιστικές χωρίς τη χερσαία εισβολή.
Πιο πρόσφατα, η ρωσική εκστρατεία αεροπορικών και πυραυλικών επιθέσεων στην Ουκρανία απέδειξε ότι η καταστροφή υποδομών και στρατιωτικών στόχων, χωρίς την απειλή ελέγχου εδάφους, σπάνια οδηγεί σε υποταγή.
Όπως λένε στρατιωτικοί αναλυτές, απευθυνόμενοι στις ΗΠΑ: οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και τα πυραυλικά χτυπήματα σπέρνουν φωτιά αλλά δεν φέρνουν νίκη.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών